ἀπαγγέλλω


ἀπαγγέλλω
ἀπαγγέλλω
bring tidings
aor subj act 1st sg
ἀπαγγέλλω
bring tidings
pres subj act 1st sg
ἀπαγγέλλω
bring tidings
pres ind act 1st sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • απαγγέλλω — απαγγέλλω, απήγγειλα και απάγγειλα βλ. πίν. 85 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • απαγγέλλω — (Α ἀπαγγέλλω κ. ιων. ἀπαγγελέω) νεοελλ. 1. διαβάζω ή εκφωνώ με έντεχνο ύφος ποίημα 2. (κυρίως σε δικαστήριο) διαβάζω, εκφωνώ («απάγγειλε την κατηγορία») αρχ. (για αγγελιαφόρο) 1. μεταφέρω ειδήσεις ή μηνύματα, αναγγέλλω, γνωστοποιώ 2. φρ. «πάλιν… …   Dictionary of Greek

  • απαγγέλλω — άγγειλα, αγγέλθηκα, αγγελμένος 1. διαβάζω ή εκφωνώ κάτι με τέχνη: Αυτή απαγγέλλει πολύ ωραία. 2. «απαγγέλλω απόφαση, κατηγορία», βλ. απαγγελία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • απαγγέλλω — [апангэлло] р. декламировать, произносить …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἀπαγγέλλετε — ἀπαγγέλλω bring tidings aor imperat act 2nd pl ἀπᾱγγέλλετε , ἀπαγγέλλω bring tidings aor ind act 2nd pl (doric aeolic) ἀπᾱγγέλλετε , ἀπαγγέλλω bring tidings imperf ind act 2nd pl (doric aeolic) ἀπαγγέλλω bring tidings pres imperat act 2nd pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπάγγελλε — ἀπαγγέλλω bring tidings aor imperat act 2nd sg ἀπά̱γγελλε , ἀπαγγέλλω bring tidings aor ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀπά̱γγελλε , ἀπαγγέλλω bring tidings imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀπαγγέλλω bring tidings pres imperat act 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαγγέλλῃ — ἀπαγγέλλω bring tidings aor subj mp 2nd sg ἀπαγγέλλω bring tidings aor subj act 3rd sg ἀπαγγέλλω bring tidings pres subj mp 2nd sg ἀπαγγέλλω bring tidings pres ind mp 2nd sg ἀπαγγέλλω bring tidings pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαγγελλομένων — ἀπαγγέλλω bring tidings aor part mid fem gen pl ἀπαγγέλλω bring tidings aor part mid masc/neut gen pl ἀπαγγέλλω bring tidings pres part mp fem gen pl ἀπαγγέλλω bring tidings pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαγγελλόμενον — ἀπαγγέλλω bring tidings aor part mid masc acc sg ἀπαγγέλλω bring tidings aor part mid neut nom/voc/acc sg ἀπαγγέλλω bring tidings pres part mp masc acc sg ἀπαγγέλλω bring tidings pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαγγελλόντων — ἀπαγγέλλω bring tidings aor part act masc/neut gen pl ἀπαγγέλλω bring tidings aor imperat act 3rd pl ἀπαγγέλλω bring tidings pres part act masc/neut gen pl ἀπαγγέλλω bring tidings pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)